ΤτΕ: Στόχος η «Α» βαθμίδα έως το 2029 – Το επόμενο μεγάλο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας

Η Ελλάδα μπορεί να πετύχει αναβάθμιση του αξιόχρεου στην κατηγορία Α έως το 2029, εφόσον συνεχιστούν η μείωση του χρέους, η οικονομική ανάπτυξη και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις

11 Απρ 2026 - 19:55

Picture 0 for ΤτΕ: Στόχος η «Α» βαθμίδα έως το 2029 – Το επόμενο μεγάλο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας
Η ψαλίδα στις αποδόσεις των 10ετών ελληνικών ομολόγων σε σχέση με τα αντίστοιχα γερμανικά έχει περιοριστεί σημαντικά, καταγράφοντας πτώση άνω της μίας ποσοστιαίας μονάδας (115 μονάδες βάσης) σε σύγκριση με το τέλος του πρώτου τριμήνου του 2023, λίγο πριν ξεκινήσει η διαδικασία επαναφοράς της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.
 
Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε ουσιαστική μείωση του κόστους δανεισμού για το ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που έχει άμεσο θετικό αντίκτυπο τόσο στους φορολογούμενους, όσο και στο τραπεζικό σύστημα και στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες επίσης επωφελήθηκαν από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
 
Παράλληλα, η αυξημένη πρόσβαση σε φθηνότερη χρηματοδότηση ενισχύει τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα, συμβάλλοντας στη διατήρηση σταθερών ρυθμών ανάπτυξης άνω του 2% τα τελευταία χρόνια.
 
Σε σχετική ανάλυση που περιλαμβάνεται στην ετήσια έκθεση για το 2025, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι είναι δυνατή η περαιτέρω αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου από τη βαθμίδα BBB στη βαθμίδα A έως το τέλος του 2029, στηριζόμενη στις προβλέψεις των οίκων αξιολόγησης για συνεχιζόμενη μείωση του δημόσιου χρέους και διατηρήσιμη ανάπτυξη της οικονομίας.
 
Καθοριστικός ο ρόλος των θεσμών
 
Πέρα από τα ποσοτικά μεγέθη, οι οίκοι αξιολόγησης δίνουν ιδιαίτερη έμφαση και σε ποιοτικούς δείκτες, που σχετίζονται με τη λειτουργία των θεσμών και τη συνολική διακυβέρνηση. Όπως επισημαίνεται, «προκειμένου να επιταχυνθεί η πορεία προς τον στόχο αυτό, είναι σημαντικό να υπάρξουν επιπλέον βελτιώσεις, ειδικά στις θεσμικές παραμέτρους που υπεισέρχονται στις αξιολογήσεις».
 
Στο ίδιο πλαίσιο τονίζεται ότι «η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων σε θεσμούς, όπως η Δικαιοσύνη και η δημόσια διοίκηση, θεωρούνται καθοριστικοί παράγοντες, με απτά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία».
 
Η Τράπεζα της Ελλάδος προχωρά σε εκτίμηση των αξιολογήσεων που αποδίδουν οι τρεις μεγαλύτεροι οίκοι – Fitch, Moody’s και S&P – βασιζόμενη στα θεμελιώδη οικονομικά στοιχεία, τα οποία καθορίζουν το ποσοτικό σκέλος της πιστοληπτικής αξιολόγησης.
 
Για την περίοδο 2025-2027 αξιοποιούνται οι προβλέψεις των οίκων, ενώ για τα επόμενα έτη έως το 2029 λαμβάνονται υπόψη οι εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών. Οι διεθνείς οίκοι αναμένουν ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται, με ρυθμούς 2% έως 2,3% το 2026 και 1,9% έως 2,1% το 2027.
 
Πορεία ανάπτυξης και μείωση του χρέους
 
Με βάση το Πολυετές Δημοσιονομικό Πρόγραμμα 2026-2029, προβλέπεται σταδιακή επιβράδυνση της ανάπτυξης, με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να διαμορφώνεται από 2,4% το 2026 σε 1,7% το 2027, 1,6% το 2028 και 1,3% το 2029.
 
Σε δημοσιονομικό επίπεδο, οι εκτιμήσεις των οίκων συγκλίνουν στην επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων και στη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του χρέους για την περίοδο 2026-2027. Παράλληλα, το Υπουργείο Οικονομικών προβλέπει έναν σχεδόν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, όπου τα έσοδα θα καλύπτουν τις δαπάνες.
 
Υπό αυτές τις συνθήκες και με δεδομένη τη μείωση των δαπανών για τόκους, το δημόσιο χρέος εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 119% του ΑΕΠ έως το 2029, από περίπου 146% το 2025.
 
Η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να ενισχύσει τη συνολική αξιολόγηση της χώρας κατά περισσότερο από μισή βαθμίδα, ενώ σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη και τη χαμηλότερη μεταβλητότητα του ΑΕΠ, μπορεί να οδηγήσει σε αναβάθμιση κατά περίπου μία βαθμίδα, δηλαδή από BBB σε BBB+.
 
Εφόσον συνοδευτεί από ουσιαστική πρόοδο στις θεσμικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τότε ανοίγει ο δρόμος για μία ακόμη αναβάθμιση, που θα φέρει την Ελλάδα στην κατηγορία Α.
 
Οι κρίσιμες μεταρρυθμίσεις αφορούν δείκτες διακυβέρνησης που χρησιμοποιεί η Παγκόσμια Τράπεζα, όπως το κράτος δικαίου, η πολιτική σταθερότητα, ο έλεγχος της διαφθοράς, η ποιότητα του ρυθμιστικού πλαισίου, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης και η λογοδοσία.